ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μπάλωμα (ρούχων), επιδιόρθωση
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σύνθεση (άλλων γραπτών, σκέψεων κ.λπ.), συρραφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
継ぎ接ぎする
Παρόν (ευγενικό)
継ぎ接ぎします
Άρνηση (απλή)
継ぎ接ぎしない
Άρνηση (ευγενική)
継ぎ接ぎしません
Παρελθόν (απλό)
継ぎ接ぎした
Παρελθόν (ευγενικό)
継ぎ接ぎしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
継ぎ接ぎしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
継ぎ接ぎしませんでした
Τε-μορφή
継ぎ接ぎして
Δυνητική
継ぎ接ぎできる
Προστακτική
継ぎ接ぎしろ
Βουλητική
継ぎ接ぎしよう
Υποθετική (ば)
継ぎ接ぎすれば