ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επεκτείνω (π.χ. ένα σπίτι), προσθέτω (π.χ. κάρβουνα σε μια φωτιά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
継ぎ足す
Παρόν (ευγενικό)
継ぎ足します
Άρνηση (απλή)
継ぎ足さない
Άρνηση (ευγενική)
継ぎ足しません
Παρελθόν (απλό)
継ぎ足した
Παρελθόν (ευγενικό)
継ぎ足しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
継ぎ足さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
継ぎ足しませんでした
Τε-μορφή
継ぎ足して
Δυνητική
継ぎ足せる
Προστακτική
継ぎ足せ
Βουλητική
継ぎ足そう
Υποθετική (ば)
継ぎ足せば