継ぐ
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαδέχομαι (κάποιον, μια θέση), κληρονομώ, αναλαμβάνω, ακολουθώ
- 02 μπαλώνω (ρούχα), επιδιορθώνω, επισκευάζω
- 03 προσθέτω (π.χ. κάρβουνα στη φωτιά), αναπληρώνω με, τροφοδοτώ με, συμπληρώνω (π.χ. παρατηρήσεις), μαζεύω (την ανάσα μου)
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα συνδέω (πέτρες)
Παραδείγματα
-
父の仕事を継ぎます。
Θα αναλάβω την επιχείρηση του πατέρα μου.
-
彼が社長の座を継ぐことになった。
Αποφασίστηκε να αναλάβει τη θέση του προέδρου.
-
伝統ある家業を継ぐという重責を彼は果たしました。
Εκείνος ανέλαβε και έφερε εις πέρας τη βαριά ευθύνη να συνεχίσει την παραδοσιακή οικογενειακή επιχείρηση.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 継ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 継ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 継がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 継ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 継いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 継ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 継がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 継ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 継いで
- Δυνητική
- 継げる
- Προστακτική
- 継げ
- Βουλητική
- 継ごう
- Υποθετική (ば)
- 継げば
- Υποθετική (たら)
- 継いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 継ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 継ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 継ぎなさい
- Παθητική
- 継がれる
- Αιτιατική
- 継がせる