続刊
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνεχιζόμενη έκδοση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 続刊する
- Παρόν (ευγενικό)
- 続刊します
- Άρνηση (απλή)
- 続刊しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 続刊しません
- Παρελθόν (απλό)
- 続刊した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 続刊しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 続刊しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 続刊しませんでした
- Τε-μορφή
- 続刊して
- Δυνητική
- 続刊できる
- Προστακτική
- 続刊しろ
- Βουλητική
- 続刊しよう
- Υποθετική (ば)
- 続刊すれば
- Υποθετική (たら)
- 続刊したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 続刊したい
- Απαγορευτική (~な)
- 続刊するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 続刊しなさい
- Παθητική
- 続刊される
- Αιτιατική
- 続刊させる