わがねる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: たがねる

  1. 01 σπάνιο λυγίζω (σύρμα κ.λπ.) σε θηλιά, πλέκω (μαλλιά) σε κότσο

Κλίση

Παρόν (απλό)
綰ねる
Παρόν (ευγενικό)
綰ねます
Άρνηση (απλή)
綰ねない
Άρνηση (ευγενική)
綰ねません
Παρελθόν (απλό)
綰ねた
Παρελθόν (ευγενικό)
綰ねました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
綰ねなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
綰ねませんでした
Τε-μορφή
綰ねて
Δυνητική
綰ねられる
Προστακτική
綰ねろ
Βουλητική
綰ねよう
Υποθετική (ば)
綰ねれば