Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
綱引き
つなひき
綱
綱
つな
引
ひ
き
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
διελκυστίνδα
02
συρτης (αυτός που τραβάει ένα ρίκσο)