つなわた

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σχοινοβασία, ακροβατικά σε τεντωμένο σχοινί
  2. 02 ιδιωματισμός βάδιση σε τεντωμένο σχοινί, ισορροπία σε λεπτό πάγο, επικίνδυνος ελιγμός ισορροπίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
綱渡りする
Παρόν (ευγενικό)
綱渡りします
Άρνηση (απλή)
綱渡りしない
Άρνηση (ευγενική)
綱渡りしません
Παρελθόν (απλό)
綱渡りした
Παρελθόν (ευγενικό)
綱渡りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
綱渡りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
綱渡りしませんでした
Τε-μορφή
綱渡りして
Δυνητική
綱渡りできる
Προστακτική
綱渡りしろ
Βουλητική
綱渡りしよう
Υποθετική (ば)
綱渡りすれば