こうしゅくせい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός επιβολή υπηρεσιακής πειθαρχίας, αυστηροποίηση της πειθαρχίας, εξάλειψη της διαφθοράς μεταξύ των κυβερνητικών αξιωματούχων

Κλίση

Παρόν (απλό)
綱紀粛正する
Παρόν (ευγενικό)
綱紀粛正します
Άρνηση (απλή)
綱紀粛正しない
Άρνηση (ευγενική)
綱紀粛正しません
Παρελθόν (απλό)
綱紀粛正した
Παρελθόν (ευγενικό)
綱紀粛正しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
綱紀粛正しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
綱紀粛正しませんでした
Τε-μορφή
綱紀粛正して
Δυνητική
綱紀粛正できる
Προστακτική
綱紀粛正しろ
Βουλητική
綱紀粛正しよう
Υποθετική (ば)
綱紀粛正すれば