じる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βιβλιοδετώ, αρχειοθετώ
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ολοκληρώνω (ένα φαγητό) προσθέτοντας χτυπημένο αυγό στον ζωμό
  3. 03 παρωχημένο ράβω, συνδέω με βελονιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
綴じる
Παρόν (ευγενικό)
綴じます
Άρνηση (απλή)
綴じない
Άρνηση (ευγενική)
綴じません
Παρελθόν (απλό)
綴じた
Παρελθόν (ευγενικό)
綴じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
綴じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
綴じませんでした
Τε-μορφή
綴じて
Δυνητική
綴じられる
Προστακτική
綴じろ
Βουλητική
綴じよう
Υποθετική (ば)
綴じれば