わせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συρράπτω, δένω μαζί (π.χ. τις σελίδες ενός βιβλίου), ράβω, κολλάω με ταινία, συνενώνω με βελονιές

Κλίση

Παρόν (απλό)
綴じ合わせる
Παρόν (ευγενικό)
綴じ合わせます
Άρνηση (απλή)
綴じ合わせない
Άρνηση (ευγενική)
綴じ合わせません
Παρελθόν (απλό)
綴じ合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
綴じ合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
綴じ合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
綴じ合わせませんでした
Τε-μορφή
綴じ合わせて
Δυνητική
綴じ合わせられる
Προστακτική
綴じ合わせろ
Βουλητική
綴じ合わせよう
Υποθετική (ば)
綴じ合わせれば