ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχειοθετώ, καταχωρίζω σε φάκελο
  2. 02 βιβλιοδετώ, προσθέτω ανάμεσα σε σελίδες

Κλίση

Παρόν (απλό)
綴じ込む
Παρόν (ευγενικό)
綴じ込みます
Άρνηση (απλή)
綴じ込まない
Άρνηση (ευγενική)
綴じ込みません
Παρελθόν (απλό)
綴じ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
綴じ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
綴じ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
綴じ込みませんでした
Τε-μορφή
綴じ込んで
Δυνητική
綴じ込める
Προστακτική
綴じ込め
Βουλητική
綴じ込もう
Υποθετική (ば)
綴じ込めば