綴る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συλλαβίζω, γράφω σωστά
- 02 γράφω, συνθέτω, διατυπώνω
- 03 δένω, βιβλιοδετώ (π.χ. έγγραφα), μπαλώνω, ράβω μαζί, συνενώνω με βελονιά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 綴る
- Παρόν (ευγενικό)
- 綴ります
- Άρνηση (απλή)
- 綴らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 綴りません
- Παρελθόν (απλό)
- 綴った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 綴りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 綴らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 綴りませんでした
- Τε-μορφή
- 綴って
- Δυνητική
- 綴れる
- Προστακτική
- 綴れ
- Βουλητική
- 綴ろう
- Υποθετική (ば)
- 綴れば
- Υποθετική (たら)
- 綴ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 綴りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 綴るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 綴りなさい
- Παθητική
- 綴られる
- Αιτιατική
- 綴らせる