綺麗さっぱり
επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα οριστικά και αμετάκλητα, εντελώς
- 02 πεντακάθαρα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 綺麗さっぱりする
- Παρόν (ευγενικό)
- 綺麗さっぱりします
- Άρνηση (απλή)
- 綺麗さっぱりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 綺麗さっぱりしません
- Παρελθόν (απλό)
- 綺麗さっぱりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 綺麗さっぱりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 綺麗さっぱりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 綺麗さっぱりしませんでした
- Τε-μορφή
- 綺麗さっぱりして
- Δυνητική
- 綺麗さっぱりできる
- Προστακτική
- 綺麗さっぱりしろ
- Βουλητική
- 綺麗さっぱりしよう
- Υποθετική (ば)
- 綺麗さっぱりすれば
- Υποθετική (たら)
- 綺麗さっぱりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 綺麗さっぱりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 綺麗さっぱりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 綺麗さっぱりしなさい
- Παθητική
- 綺麗さっぱりされる
- Αιτιατική
- 綺麗さっぱりさせる