ほころばす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ξηλώνω (ραφή), ανοίγω, σκίζω, ξεσπάω (π.χ. σε χαμόγελο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
綻ばす
Παρόν (ευγενικό)
綻ばします
Άρνηση (απλή)
綻ばさない
Άρνηση (ευγενική)
綻ばしません
Παρελθόν (απλό)
綻ばした
Παρελθόν (ευγενικό)
綻ばしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
綻ばさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
綻ばしませんでした
Τε-μορφή
綻ばして
Δυνητική
綻ばせる
Προστακτική
綻ばせ
Βουλητική
綻ばそう
Υποθετική (ば)
綻ばせば