綻びる
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα θηλυκώνω, ξηλώνομαι, σκίζομαι
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχίζω να ανοίγω, αρχίζω να ανθίζω
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα χαμογελώ πλατιά, ξεσπώ σε χαμόγελο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 綻びる
- Παρόν (ευγενικό)
- 綻びます
- Άρνηση (απλή)
- 綻びない
- Άρνηση (ευγενική)
- 綻びません
- Παρελθόν (απλό)
- 綻びた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 綻びました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 綻びなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 綻びませんでした
- Τε-μορφή
- 綻びて
- Δυνητική
- 綻びられる
- Προστακτική
- 綻びろ
- Βουλητική
- 綻びよう
- Υποθετική (ば)
- 綻びれば
- Υποθετική (たら)
- 綻びたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 綻びたい
- Απαγορευτική (~な)
- 綻びるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 綻びなさい
- Παθητική
- 綻びられる
- Αιτιατική
- 綻びさせる