きんしゅく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σφίξιμο, συρρίκνωση, σύσπαση, περιορισμός
  2. 02 οικονομική περικοπή, οικονομία, λιτότητα, μείωση εξόδων

Κλίση

Παρόν (απλό)
緊縮する
Παρόν (ευγενικό)
緊縮します
Άρνηση (απλή)
緊縮しない
Άρνηση (ευγενική)
緊縮しません
Παρελθόν (απλό)
緊縮した
Παρελθόν (ευγενικό)
緊縮しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
緊縮しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
緊縮しませんでした
Τε-μορφή
緊縮して
Δυνητική
緊縮できる
Προστακτική
緊縮しろ
Βουλητική
緊縮しよう
Υποθετική (ば)
緊縮すれば