ふさふさ

επίθετο, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία με τούφες, τουφωτός, θαμνώδης, πυκνός, πλούσιος