そうざらい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνολική επανάληψη (π.χ. μαθημάτων), γενική δοκιμή

Κλίση

Παρόν (απλό)
総ざらいする
Παρόν (ευγενικό)
総ざらいします
Άρνηση (απλή)
総ざらいしない
Άρνηση (ευγενική)
総ざらいしません
Παρελθόν (απλό)
総ざらいした
Παρελθόν (ευγενικό)
総ざらいしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
総ざらいしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
総ざらいしませんでした
Τε-μορφή
総ざらいして
Δυνητική
総ざらいできる
Προστακτική
総ざらいしろ
Βουλητική
総ざらいしよう
Υποθετική (ば)
総ざらいすれば