そうまくり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γενική επισκόπηση, συνολική θεώρηση
  2. 02 γενική έρευνα, γενική ανάλυση

Κλίση

Παρόν (απλό)
総まくりする
Παρόν (ευγενικό)
総まくりします
Άρνηση (απλή)
総まくりしない
Άρνηση (ευγενική)
総まくりしません
Παρελθόν (απλό)
総まくりした
Παρελθόν (ευγενικό)
総まくりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
総まくりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
総まくりしませんでした
Τε-μορφή
総まくりして
Δυνητική
総まくりできる
Προστακτική
総まくりしろ
Βουλητική
総まくりしよう
Υποθετική (ば)
総まくりすれば