総そう合ごう

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σύνθεση, συνδυασμός, ολοκλήρωση, ενσωμάτωση, συναρμολόγηση
  2. 02 γενικός, συνδυασμένος, σύνθετος, μικτός, ολοκληρωμένος, περιεκτικός
  3. 03 σύνθεση, συσχετισμός

Παραδείγματα

  • これは総合的そうごうてきなものです。

    Αυτό είναι κάτι το συνολικό.

  • 様々さまざまな意見いけんを総合そうごうして、結論けつろんを出だします。

    Αφού συνδυάσουμε διάφορες απόψεις, θα βγάλουμε ένα συμπέρασμα.

  • 現代社会げんだいしゃかいにおいては、環境問題かんきょうもんだいや経済格差けいざいかくさなど、様々さまざまな課題かだいを総合的そうごうてきに捉とらえ、解決策かいけつさくを導みちびき出だす必要ひつようがあります。

    Στη σύγχρονη κοινωνία, είναι αναγκαίο να αντιμετωπίσουμε συνολικά διάφορα ζητήματα, όπως τα περιβαλλοντικά προβλήματα και οι οικονομικές ανισότητες, και να βρούμε λύσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
総合する
Παρόν (ευγενικό)
総合します
Άρνηση (απλή)
総合しない
Άρνηση (ευγενική)
総合しません
Παρελθόν (απλό)
総合した
Παρελθόν (ευγενικό)
総合しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
総合しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
総合しませんでした
Τε-μορφή
総合して
Δυνητική
総合できる
Προστακτική
総合しろ
Βουλητική
総合しよう
Υποθετική (ば)
総合すれば