総決算
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πλήρης οικονομικός απολογισμός
- 02 συγκεφαλαιωτικός απολογισμός, τελική σύνοψη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 総決算する
- Παρόν (ευγενικό)
- 総決算します
- Άρνηση (απλή)
- 総決算しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 総決算しません
- Παρελθόν (απλό)
- 総決算した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 総決算しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 総決算しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 総決算しませんでした
- Τε-μορφή
- 総決算して
- Δυνητική
- 総決算できる
- Προστακτική
- 総決算しろ
- Βουλητική
- 総決算しよう
- Υποθετική (ば)
- 総決算すれば
- Υποθετική (たら)
- 総決算したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 総決算したい
- Απαγορευτική (~な)
- 総決算するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 総決算しなさい
- Παθητική
- 総決算される
- Αιτιατική
- 総決算させる