みどりがかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πρασινίζω, έχω μια πρασινωπή απόχρωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
緑がかる
Παρόν (ευγενικό)
緑がかります
Άρνηση (απλή)
緑がからない
Άρνηση (ευγενική)
緑がかりません
Παρελθόν (απλό)
緑がかった
Παρελθόν (ευγενικό)
緑がかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
緑がからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
緑がかりませんでした
Τε-μορφή
緑がかって
Δυνητική
緑がかれる
Προστακτική
緑がかれ
Βουλητική
緑がかろう
Υποθετική (ば)
緑がかれば