りょっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πρασινισμός (δηλαδή φύτευση για αύξηση της βλάστησης), δενδροφύτευση, αναδάσωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
緑化する
Παρόν (ευγενικό)
緑化します
Άρνηση (απλή)
緑化しない
Άρνηση (ευγενική)
緑化しません
Παρελθόν (απλό)
緑化した
Παρελθόν (ευγενικό)
緑化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
緑化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
緑化しませんでした
Τε-μορφή
緑化して
Δυνητική
緑化できる
Προστακτική
緑化しろ
Βουλητική
緑化しよう
Υποθετική (ば)
緑化すれば