せん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οριοθέτηση, διαχωρισμός
  2. 02 ιδιωματισμός χάραξη γραμμής (π.χ. ανάμεσα στο αποδεκτό και το απαράδεκτο)
  3. 03 καθομιλουμένη χάρακας (για μέτρηση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
線引きする
Παρόν (ευγενικό)
線引きします
Άρνηση (απλή)
線引きしない
Άρνηση (ευγενική)
線引きしません
Παρελθόν (απλό)
線引きした
Παρελθόν (ευγενικό)
線引きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
線引きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
線引きしませんでした
Τε-μορφή
線引きして
Δυνητική
線引きできる
Προστακτική
線引きしろ
Βουλητική
線引きしよう
Υποθετική (ば)
線引きすれば