めくくる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ολοκληρώνω, φέρνω σε πέρας
  2. 02 δένω σφιχτά
  3. 03 επιβλέπω, διευθύνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
締めくくる
Παρόν (ευγενικό)
締めくくります
Άρνηση (απλή)
締めくくらない
Άρνηση (ευγενική)
締めくくりません
Παρελθόν (απλό)
締めくくった
Παρελθόν (ευγενικό)
締めくくりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
締めくくらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
締めくくりませんでした
Τε-μορφή
締めくくって
Δυνητική
締めくくれる
Προστακτική
締めくくれ
Βουλητική
締めくくろう
Υποθετική (ば)
締めくくれば