締しめ上あげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σφίγγω δυνατά (π.χ. γύρω από το λαιμό, το λαιμό), περισφίγγω, στριμώχνω, δένω, στίβω, βιδώνω (π.χ. έναν λαμπτήρα)
  2. 02 πιέζω έντονα κάποιον, ασκώ αυστηρή πίεση, καταδιώκω αμείλικτα, κρατώ υπό αυστηρό έλεγχο, σφίγγω τον κλοιό
  3. 03 τακτοποιώ λογαριασμούς

Παραδείγματα

  • ひもを締しめ上あげる。

    Σφίγγω το κορδόνι.

  • 敵てきを厳きびしく締しめ上あげる。

    Πιέζω ασφυκτικά τον εχθρό.

  • 予算よさんを締しめ上あげて、無駄遣むだづかいをなくす必要ひつようがある。

    Πρέπει να περιορίσουμε αυστηρά τον προϋπολογισμό για να εξαλείψουμε τις σπατάλες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
締め上げる
Παρόν (ευγενικό)
締め上げます
Άρνηση (απλή)
締め上げない
Άρνηση (ευγενική)
締め上げません
Παρελθόν (απλό)
締め上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
締め上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
締め上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
締め上げませんでした
Τε-μορφή
締め上げて
Δυνητική
締め上げられる
Προστακτική
締め上げろ
Βουλητική
締め上げよう
Υποθετική (ば)
締め上げれば