Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
締め切り
締
締
し
め
切
き
り
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
γράφεται και ως 〆切(り)
προθεσμία, καταληκτική ημερομηνία, πέρας
02
γράφεται και ως 閉め切り
κλείσιμο (πόρτας, παραθύρου, κ.λπ.)
03
προσωρινό φράγμα