締め切る
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 κλείνω ερμητικά, σφραγίζω (π.χ. πίσω από κλειστές πόρτες)
- 02 διακόπτω, λήγω (π.χ. λόγω παρέλευσης προθεσμίας), κλείνω (π.χ. λίστα εγγραφών)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 締め切る
- Παρόν (ευγενικό)
- 締め切ります
- Άρνηση (απλή)
- 締め切らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 締め切りません
- Παρελθόν (απλό)
- 締め切った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 締め切りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 締め切らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 締め切りませんでした
- Τε-μορφή
- 締め切って
- Δυνητική
- 締め切れる
- Προστακτική
- 締め切れ
- Βουλητική
- 締め切ろう
- Υποθετική (ば)
- 締め切れば
- Υποθετική (たら)
- 締め切ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 締め切りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 締め切るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 締め切りなさい
- Παθητική
- 締め切られる
- Αιτιατική
- 締め切らせる