編み上げる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ολοκληρώνω το πλέξιμο
- 02 δένω κορδόνια από κάτω προς τα πάνω
- 03 ολοκληρώνω τη σύνταξη (π.χ. ενός λεξικού), ολοκληρώνω την επιμέλεια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 編み上げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 編み上げます
- Άρνηση (απλή)
- 編み上げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 編み上げません
- Παρελθόν (απλό)
- 編み上げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 編み上げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 編み上げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 編み上げませんでした
- Τε-μορφή
- 編み上げて
- Δυνητική
- 編み上げられる
- Προστακτική
- 編み上げろ
- Βουλητική
- 編み上げよう
- Υποθετική (ば)
- 編み上げれば
- Υποθετική (たら)
- 編み上げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 編み上げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 編み上げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 編み上げなさい
- Παθητική
- 編み上げられる
- Αιτιατική
- 編み上げさせる