ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επινοώ, σκαρφίζομαι, εφευρίσκω, βρίσκω
  2. 02 πλέκω (ένα σχέδιο σε πουλόβερ, κ.λπ.)
  3. 03 ξεκινώ το πλέξιμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
編み出す
Παρόν (ευγενικό)
編み出します
Άρνηση (απλή)
編み出さない
Άρνηση (ευγενική)
編み出しません
Παρελθόν (απλό)
編み出した
Παρελθόν (ευγενικό)
編み出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
編み出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
編み出しませんでした
Τε-μορφή
編み出して
Δυνητική
編み出せる
Προστακτική
編み出せ
Βουλητική
編み出そう
Υποθετική (ば)
編み出せば