へんにゅうがく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισαγωγή και κατάταξη (π.χ. σε σχολείο), μεταγραφή, εισαγωγή με αναγνώριση προϋπηρεσίας ή σπουδών

Κλίση

Παρόν (απλό)
編入学する
Παρόν (ευγενικό)
編入学します
Άρνηση (απλή)
編入学しない
Άρνηση (ευγενική)
編入学しません
Παρελθόν (απλό)
編入学した
Παρελθόν (ευγενικό)
編入学しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
編入学しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
編入学しませんでした
Τε-μορφή
編入学して
Δυνητική
編入学できる
Προστακτική
編入学しろ
Βουλητική
編入学しよう
Υποθετική (ば)
編入学すれば