編へん成せい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σύνθεση, συγκρότηση, οργάνωση, οργάνωση, κατάρτιση

Παραδείγματα

  • このチームは編成へんせいされたばかりです。

    Αυτή η ομάδα μόλις συγκροτήθηκε.

  • 新しんしいバンドの編成へんせいが来週らいしゅう、発表はっぴょうされます。

    Η σύνθεση του νέου συγκροτήματος θα ανακοινωθεί την επόμενη εβδομάδα.

  • 緊急時きんきゅうじに迅速じんそくに対応たいおうできるよう、組織そしきの編成へんせいが見直みなおされることになりました。

    Αποφασίστηκε να αναθεωρηθεί η οργάνωση του οργανισμού, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται άμεσα σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
編成する
Παρόν (ευγενικό)
編成します
Άρνηση (απλή)
編成しない
Άρνηση (ευγενική)
編成しません
Παρελθόν (απλό)
編成した
Παρελθόν (ευγενικό)
編成しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
編成しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
編成しませんでした
Τε-μορφή
編成して
Δυνητική
編成できる
Προστακτική
編成しろ
Βουλητική
編成しよう
Υποθετική (ば)
編成すれば