へんせい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατάρτιση (νέου οικογενειακού μητρώου), σύνταξη (εκλογικού καταλόγου, καταλόγου παιδιών σχολικής ηλικίας κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
編製する
Παρόν (ευγενικό)
編製します
Άρνηση (απλή)
編製しない
Άρνηση (ευγενική)
編製しません
Παρελθόν (απλό)
編製した
Παρελθόν (ευγενικό)
編製しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
編製しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
編製しませんでした
Τε-μορφή
編製して
Δυνητική
編製できる
Προστακτική
編製しろ
Βουλητική
編製しよう
Υποθετική (ば)
編製すれば