げる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζυμώνω καλά
  2. 02 καλλιεργώ, τελειοποιώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
練り上げる
Παρόν (ευγενικό)
練り上げます
Άρνηση (απλή)
練り上げない
Άρνηση (ευγενική)
練り上げません
Παρελθόν (απλό)
練り上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
練り上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
練り上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
練り上げませんでした
Τε-μορφή
練り上げて
Δυνητική
練り上げられる
Προστακτική
練り上げろ
Βουλητική
練り上げよう
Υποθετική (ば)
練り上げれば