れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζυμώνομαι καλά
  2. 02 είμαι έμπειρος, είμαι ώριμος και ολοκληρωμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
練れる
Παρόν (ευγενικό)
練れます
Άρνηση (απλή)
練れない
Άρνηση (ευγενική)
練れません
Παρελθόν (απλό)
練れた
Παρελθόν (ευγενικό)
練れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
練れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
練れませんでした
Τε-μορφή
練れて
Δυνητική
練れられる
Προστακτική
練れろ
Βουλητική
練れよう
Υποθετική (ば)
練れれば