えんむす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνδέομαι (μέσω γάμου, υιοθεσίας κ.λπ.)
  2. 02 συνδέομαι (με τον Βούδα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
縁を結ぶ
Παρόν (ευγενικό)
縁を結びます
Άρνηση (απλή)
縁を結ばない
Άρνηση (ευγενική)
縁を結びません
Παρελθόν (απλό)
縁を結んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
縁を結びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
縁を結ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
縁を結びませんでした
Τε-μορφή
縁を結んで
Δυνητική
縁を結べる
Προστακτική
縁を結べ
Βουλητική
縁を結ぼう
Υποθετική (ば)
縁を結べば