縁組
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σύναψη οικογενειακού δεσμού (μέσω υιοθεσίας, γάμου κ.λπ.)
- 02 υιοθεσία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 縁組する
- Παρόν (ευγενικό)
- 縁組します
- Άρνηση (απλή)
- 縁組しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 縁組しません
- Παρελθόν (απλό)
- 縁組した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 縁組しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 縁組しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 縁組しませんでした
- Τε-μορφή
- 縁組して
- Δυνητική
- 縁組できる
- Προστακτική
- 縁組しろ
- Βουλητική
- 縁組しよう
- Υποθετική (ば)
- 縁組すれば
- Υποθετική (たら)
- 縁組したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 縁組したい
- Απαγορευτική (~な)
- 縁組するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 縁組しなさい
- Παθητική
- 縁組される
- Αιτιατική
- 縁組させる