えん

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλότυχος, ευοίωνος, τυχερός, που προμηνύει καλά πράγματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
縁起の良い
Παρόν (ευγενικό)
縁起の良いです
Άρνηση (απλή)
縁起の良くない
Άρνηση (ευγενική)
縁起の良くないです
Παρελθόν (απλό)
縁起の良かった
Παρελθόν (ευγενικό)
縁起の良かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
縁起の良くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
縁起の良くなかったです
Τε-μορφή
縁起の良くて
Υποθετική (ば)
縁起の良ければ