くび

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρωχημένο στραγγαλίζω μέχρι θανάτου

Κλίση

Παρόν (απλό)
縊る
Παρόν (ευγενικό)
縊ります
Άρνηση (απλή)
縊らない
Άρνηση (ευγενική)
縊りません
Παρελθόν (απλό)
縊った
Παρελθόν (ευγενικό)
縊りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
縊らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
縊りませんでした
Τε-μορφή
縊って
Δυνητική
縊れる
Προστακτική
縊れ
Βουλητική
縊ろう
Υποθετική (ば)
縊れば