縋りつく
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γαντζώνομαι από, βασίζομαι σε, αγκαλιάζω, σφίγγω στην αγκαλιά μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 縋りつく
- Παρόν (ευγενικό)
- 縋りつきます
- Άρνηση (απλή)
- 縋りつかない
- Άρνηση (ευγενική)
- 縋りつきません
- Παρελθόν (απλό)
- 縋りついた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 縋りつきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 縋りつかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 縋りつきませんでした
- Τε-μορφή
- 縋りついて
- Δυνητική
- 縋りつける
- Προστακτική
- 縋りつけ
- Βουλητική
- 縋りつこう
- Υποθετική (ば)
- 縋りつけば
- Υποθετική (たら)
- 縋りついたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 縋りつきたい
- Απαγορευτική (~な)
- 縋りつくな
- Προστακτική (ευγενική)
- 縋りつきなさい
- Παθητική
- 縋りつかれる
- Αιτιατική
- 縋りつかせる