縦揺れ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κατακόρυφη δόνηση (ενός σεισμού)
- 02 τάλάντωση καθ' ύψος (ενός πλοίου, αεροσκάφους κ.λπ.), προσθιοπίσθια κλίση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 縦揺れする
- Παρόν (ευγενικό)
- 縦揺れします
- Άρνηση (απλή)
- 縦揺れしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 縦揺れしません
- Παρελθόν (απλό)
- 縦揺れした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 縦揺れしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 縦揺れしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 縦揺れしませんでした
- Τε-μορφή
- 縦揺れして
- Δυνητική
- 縦揺れできる
- Προστακτική
- 縦揺れしろ
- Βουλητική
- 縦揺れしよう
- Υποθετική (ば)
- 縦揺れすれば
- Υποθετική (たら)
- 縦揺れしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 縦揺れしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 縦揺れするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 縦揺れしなさい
- Παθητική
- 縦揺れされる
- Αιτιατική
- 縦揺れさせる