じゅうそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιμήκης έκταση, διάσχιση, πορεία κατά μήκος
  2. 02 πεζοπορία σε οροσειρά, διάσχιση βουνοσειράς, διαδοχική ανάβαση πολλών κορυφών

Κλίση

Παρόν (απλό)
縦走する
Παρόν (ευγενικό)
縦走します
Άρνηση (απλή)
縦走しない
Άρνηση (ευγενική)
縦走しません
Παρελθόν (απλό)
縦走した
Παρελθόν (ευγενικό)
縦走しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
縦走しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
縦走しませんでした
Τε-μορφή
縦走して
Δυνητική
縦走できる
Προστακτική
縦走しろ
Βουλητική
縦走しよう
Υποθετική (ば)
縦走すれば