ちぢかむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μουδιάζω (π.χ. από το κρύο)
  2. 02 συρρικνώνομαι, μαζεύω, μειώνομαι (σε μέγεθος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
縮かむ
Παρόν (ευγενικό)
縮かみます
Άρνηση (απλή)
縮かまない
Άρνηση (ευγενική)
縮かみません
Παρελθόν (απλό)
縮かんだ
Παρελθόν (ευγενικό)
縮かみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
縮かまなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
縮かみませんでした
Τε-μορφή
縮かんで
Δυνητική
縮かめる
Προστακτική
縮かめ
Βουλητική
縮かもう
Υποθετική (ば)
縮かめば