縺れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μπλέκομαι, μπερδεύομαι
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα έχω κακό έλεγχο (της γλώσσας, των ποδιών κ.λπ.), σκοντάφτω
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα περιπλέκομαι, γίνομαι δύσκολος, γίνομαι περίπλοκος, μπλέκομαι, γίνομαι ακατάστατος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 縺れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 縺れます
- Άρνηση (απλή)
- 縺れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 縺れません
- Παρελθόν (απλό)
- 縺れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 縺れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 縺れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 縺れませんでした
- Τε-μορφή
- 縺れて
- Δυνητική
- 縺れられる
- Προστακτική
- 縺れろ
- Βουλητική
- 縺れよう
- Υποθετική (ば)
- 縺れれば
- Υποθετική (たら)
- 縺れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 縺れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 縺れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 縺れなさい
- Παθητική
- 縺れられる
- Αιτιατική
- 縺れさせる