ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό κλώθω (π.χ. ραμί, κάνναβη κ.ά.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
績む
Παρόν (ευγενικό)
績みます
Άρνηση (απλή)
績まない
Άρνηση (ευγενική)
績みません
Παρελθόν (απλό)
績んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
績みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
績まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
績みませんでした
Τε-μορφή
績んで
Δυνητική
績める
Προστακτική
績め
Βουλητική
績もう
Υποθετική (ば)
績めば