はん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άνθιση (φυτών), ευδοκίμηση, πλούσια βλάστηση, οργιώδης ανάπτυξη, πυκνή ανάπτυξη (ζιζανίων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
繁茂する
Παρόν (ευγενικό)
繁茂します
Άρνηση (απλή)
繁茂しない
Άρνηση (ευγενική)
繁茂しません
Παρελθόν (απλό)
繁茂した
Παρελθόν (ευγενικό)
繁茂しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
繁茂しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
繁茂しませんでした
Τε-μορφή
繁茂して
Δυνητική
繁茂できる
Προστακτική
繁茂しろ
Βουλητική
繁茂しよう
Υποθετική (ば)
繁茂すれば