つながる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνδέομαι, είμαι συνδεδεμένος, δένομαι (μαζί)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα οδηγώ σε, σχετίζομαι με
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα έχω συγγένεια (εξ αίματος), είμαι συγγενής

Παραδείγματα

  • みちつながる

    Ο δρόμος συνδέεται.

  • 努力どりょく未来みらいつながる

    Η προσπάθεια οδηγεί στο μέλλον.

  • 今回こんかいのプロジェクトの成功せいこうは、チームメンバー全員ぜんいん協力きょうりょく密接みっせつつながっていたからだ。

    Η επιτυχία αυτού του έργου οφείλεται στην στενή συνεργασία όλων των μελών της ομάδας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
繋がる
Παρόν (ευγενικό)
繋がります
Άρνηση (απλή)
繋がらない
Άρνηση (ευγενική)
繋がりません
Παρελθόν (απλό)
繋がった
Παρελθόν (ευγενικό)
繋がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
繋がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
繋がりませんでした
Τε-μορφή
繋がって
Δυνητική
繋がれる
Προστακτική
繋がれ
Βουλητική
繋がろう
Υποθετική (ば)
繋がれば