繋ぎかえる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αλλάζω συνδεσμολογία (π.χ. ηλεκτρική καλωδίωση), επαναδιαμορφώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 繋ぎかえる
- Παρόν (ευγενικό)
- 繋ぎかえます
- Άρνηση (απλή)
- 繋ぎかえない
- Άρνηση (ευγενική)
- 繋ぎかえません
- Παρελθόν (απλό)
- 繋ぎかえた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 繋ぎかえました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 繋ぎかえなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 繋ぎかえませんでした
- Τε-μορφή
- 繋ぎかえて
- Δυνητική
- 繋ぎかえられる
- Προστακτική
- 繋ぎかえろ
- Βουλητική
- 繋ぎかえよう
- Υποθετική (ば)
- 繋ぎかえれば
- Υποθετική (たら)
- 繋ぎかえたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 繋ぎかえたい
- Απαγορευτική (~な)
- 繋ぎかえるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 繋ぎかえなさい
- Παθητική
- 繋ぎかえられる
- Αιτιατική
- 繋ぎかえさせる