繋ぎ止める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 δένω, προσδένω, σταθεροποιώ
- 02 εξασφαλίζω (εμπιστοσύνη, πελατεία κ.λπ.), διατηρώ (έναν υπάλληλο, το ενδιαφέρον κάποιου κ.λπ.), σώζω (τη ζωή κάποιου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 繋ぎ止める
- Παρόν (ευγενικό)
- 繋ぎ止めます
- Άρνηση (απλή)
- 繋ぎ止めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 繋ぎ止めません
- Παρελθόν (απλό)
- 繋ぎ止めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 繋ぎ止めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 繋ぎ止めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 繋ぎ止めませんでした
- Τε-μορφή
- 繋ぎ止めて
- Δυνητική
- 繋ぎ止められる
- Προστακτική
- 繋ぎ止めろ
- Βουλητική
- 繋ぎ止めよう
- Υποθετική (ば)
- 繋ぎ止めれば
- Υποθετική (たら)
- 繋ぎ止めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 繋ぎ止めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 繋ぎ止めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 繋ぎ止めなさい
- Παθητική
- 繋ぎ止められる
- Αιτιατική
- 繋ぎ止めさせる