つな

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνδέω, ενώνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα δένω, στερεώνω, περιορίζω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα διατηρώ, συντηρώ, κρατώ
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα συνδέω (τηλεφωνική κλήση), συνδέω (κάποιον)
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα αντισταθμίζω (κίνδυνο), αγοράζω ή πωλώ προθεσμιακά
  6. 06 συνήθως γραμμένο με κάνα συνδέω (πέτρες), ενώνω (πέτρες)

Παραδείγματα

  • つな

    Κρατάω τα χέρια.

  • 家族かぞくとのきずなつなことは大切たいせつです。

    Είναι σημαντικό να διατηρούμε τους οικογενειακούς δεσμούς.

  • 過去かこから現在げんざい、そして未来みらいへとつながる文化ぶんか伝統でんとうを、つぎ世代せだいへといでいく責務せきむがあります。

    Έχουμε την ευθύνη να μεταβιβάσουμε στις επόμενες γενιές τον πολιτισμό και τις παραδόσεις που συνδέουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Κλίση

Παρόν (απλό)
繋ぐ
Παρόν (ευγενικό)
繋ぎます
Άρνηση (απλή)
繋がない
Άρνηση (ευγενική)
繋ぎません
Παρελθόν (απλό)
繋いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
繋ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
繋がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
繋ぎませんでした
Τε-μορφή
繋いで
Δυνητική
繋げる
Προστακτική
繋げ
Βουλητική
繋ごう
Υποθετική (ば)
繋げば